Παραλυση προσωπικου νευρου

Η παράλυση του προσωπικού νεύρου είναι η συχνότερη νευρολογική βλάβη κρανιακού νεύρου, που, όταν συμβεί, οδηγεί σε αδυναμία ή παράλυση βασικών μυών του προσώπου.

 

Η πιο συνήθης μορφή τέτοιας παράλυσης είναι η παράλυση τύπου Bell. Σε αυτή την περίπτωση επηρεάζεται συχνότερα μόνο το ένα προσωπικό νεύρο, με συνέπεια να παραλύει προσωρινά η μία πλευρά του προσώπου.

Πέραν των μυών, το προσωπικό νεύρο είναι υπεύθυνο για τον έλεγχο των δακρυϊκών και σιελοφόρων αδένων, μέρους της γλώσσας, αλλά και μυών που συμβάλουν στην ακοή. Επίσης σε αυτό αποδίδεται η μεταφορά της αίσθησης της γεύσης προς τον εγκέφαλο.

 

Συμπτώματα και αιτίες

 

Τα συμπτώματα στην περίπτωση της παράλυσης είναι το μούδιασμα στο μισό πρόσωπο, ο ήπιος πόνος πίσω από το αυτί, η αλλοίωση της γεύσης, η σιελόρροια και η αυξημένη δακρύρροια. Και μια απλή ματιά όμως στον καθρέφτη, όπου φαίνεται μια ασυμμετρία στο πρόσωπο κατά την έκφραση, είναι αρκετή.

Αν και παράλυση του προσωπικού νεύρου μπορεί να εμφανιστεί σε όλες τις ηλικίες, συχνότερη είναι η εμφάνισή της στις ηλικιακές ομάδες μεταξύ 15 και 45 ετών. Το φθινόπωρο και ο χειμώνας είναι οι αγαπημένες της εποχές, ενώ πιο επιρρεπείς στην εν λόγω πάθηση είναι οι διαβητικοί, οι έγκυοι και οι ανοσοκατασταλμένοι.

Τα αίτια της παράλυσης τύπου Bell δεν έχουν εξακριβωθεί, όμως ως πιθανότερες αιτίες προσβολής του νεύρου θεωρούνται η απότομη έκθεση στο κρύο, οι ιογενείς λοιμώξεις, ο ιός του έρπητα, η μηνιγγίτιδα, οι φλεγμονές του έσω ωτός, ο ιός της ανεμοβλογιάς, οι όγκοι σπλαχνικού κρανίου και οι μεταβολικές παθήσεις.

 

Διάγνωση και θεραπεία

 

Η διάγνωση της πάθησης γίνεται με νευρολογική εξέταση και νευρολογικό έλεγχο, ενώ συχνά απαιτούνται εξετάσεις όπως αξονική τομογραφία εγκεφάλου, μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, αιματολογικός και βιοχημικός έλεγχος.

Στο 80-85% των πασχόντων το πρόβλημα αποκαθίσταται πλήρως εντός 2-3 εβδομάδων. Υπάρχει ένα 10-15% όπου αποκαθίσταται σε ικανοποιητικό βαθμό, με μια ασυμμετρία όμως να επιμένει έως και ένα εξάμηνο, ενώ σε ένα 5-10% των ασθενών μένουν νευρολογικές βλάβες.

Συνήθως η βλάβη, όταν είναι περιορισμένη, αντιμετωπίζεται συντηρητικά, με χρήση αντιφλεγμονωδών, στεροειδών κτλ. Στις πιο βαριές περιπτώσεις όμως η παράλυση αντιμετωπίζεται χειρουργικά είτε με απευθείας συρραφή του προσωπικού νεύρου είτε με την παρεμβολή νευρικών μοσχευμάτων.